Γυμναστήριο /ʝim.naˈsti.ri.o/ Noun

English
gym
Tiếng Việt
phòng tập

Example

  • Το σχολείο πρόσφατα έχτισε νέο [το γυμναστήριο] (χτίζω/χτίσω).
  • The school has recently built a new gym.
  • Το 'χτίζω' (imperfective) δείχνει τη διαδικασία.