Κανονισμός /ka.no.niˈzmos/ Noun
- English
- regulation
- Tiếng Việt
- quy định
Example
- Ο νέος κανονισμός απαιτεί από όλους τους εργαζόμενους να φορούν μάσκες.
- The new regulation requires all employees to wear masks.
- Εδώ το 'κανονισμός' είναι η πιο ταιριαστή λέξη για επίσημο έγγραφο.