Καρύδι /kaˈriði/ Noun

English
nut
Tiếng Việt
hạt

Example

  • Πρόσθεσε ένα ψιλοκομμένο [καρύδι] στη σαλάτα.
  • She added a chopped nut to the salad.
  • Το 'καρύδι' είναι η πιο κοινή λέξη για το 'nut' γενικά.