κρύο /ˈkriu/ AdjectiveEnglishcoldTiếng ViệtlạnhExampleΚάνω κρύο, άναψε τη θέρμανση (ζεστάνω / θερμάνω / ανάβω).I'm cold. Turn the heating up.Το 'κάνω κρύο' είναι η πιο συνηθισμένη έκφραση.