μηχανικός /mi.ka.niˈkos/ Adjective

English
mechanical
Tiếng Việt
máy móc

Example

  • Το ρολόι έχει περίπλοκη μηχανική κίνηση. (Ο μηχανισμός / Η λειτουργία / Η δομή)
  • The watch has a complex mechanical movement.
  • Εδώ τονίζεται η εσωτερική, φυσική λειτουργία του αντικειμένου.