νόμιμο /noˈmiːmo/ Adjective

English
legal
Tiếng Việt
hợp pháp

Example

  • Ο [νομικός] κλάδος είναι εξαιρετικά ανταγωνιστικός.
  • The legal profession is highly competitive.
  • Εδώ το 'νομικός' λειτουργεί ως επίθετο που προσδιορίζει το 'κλάδος' (τομέας).