Βρεφικός Σταθμός /vreˈfikos staˈθmos/ Noun
- English
- nursery
- Tiếng Việt
- trường mầm non / nhà trẻ
Example
- Η μικρότερη κόρη της είναι στον παιδικό σταθμό τώρα.
- Her youngest child is at nursery now.
- Το «παιδικός σταθμός» είναι η πιο κοινή και ζεστή επιλογή.