διαχρονικός διαχρονικός Adjective
- English
- long-standing
- Tiếng Việt
- lâu đời / lâu năm
Example
- Έχουν μια **διαχρονική** (παλαιός / εδραιωμένος / ετών) συμφωνία.
- They have a long-standing agreement.
- Το 'διαχρονικός' δίνει μια αίσθηση ότι ξεπερνά τον χρόνο.