παλμός /palˈmos/ Noun

English
pulse
Tiếng Việt
nhịp đập

Example

  • Ο γιατρός μέτρησε τον [παλμό] (σφυγμός / χτύπος / ρυθμός) του ασθενούς.
  • The doctor checked his pulse.
  • Ο «παλμός» είναι η πιο κοινή λέξη για τον καρδιακό χτύπο.