πιλότος /piˈlotos/ Noun
- English
- pilot
- Tiếng Việt
- phi công
Example
- Ο αεροπόρος χαιρέτησε τους επιβάτες στην πύλη (ο πιλότος / ο κυβερνήτης / ο αεροναυτικός).
- The airline pilot greeted passengers at the gate.
- Το 'πιλότος' είναι ο πιο συνηθισμένος όρος.