πλαστικό /plasˈti.ko/ Adjective

English
plastic
Tiếng Việt
nhựa

Example

  • Αγόρασα ένα καινούργιο πλαστικό δοχείο για το φαγητό μου.
  • I bought a new plastic container for my lunch.
  • Η λέξη 'πλαστικό' εδώ είναι η πιο άμεση και κοινή επιλογή.