πολιτικός /poliˈtikos/ Adjective
- English
- civic
- Tiếng Việt
- cộng đồng / công ích
Example
- Ο Δήμαρχος ανακοίνωσε νέες πολιτικές βελτιώσεις. [Δημοτικός / Αστικός / Κοινοτικός] — της: Ο Δήμαρχος ανακοίνωσε νέες πολιτικές βελτιώσεις.
- The mayor announced new civic improvements.
- Εδώ το 'πολιτικές' λειτουργεί ως 'civic improvements' (βελτιώσεις για την πόλη).