πολυπλοκότητα /poliplokótitɑ/ Noun

English
complexity
Tiếng Việt
tính phức tạp

Example

  • Η **πολυπλοκότητα** (δυσκολία / σύγχυση / μπερδεμένο) του ανθρώπινου εγκεφάλου παραμένει μυστήριο.
  • The complexity of the human brain remains a mystery.
  • Εδώ τονίζει την εσωτερική δομή και το άγνωστο.