Υποφέρω /ipoˈfero/ Noun

English
suffering
Tiếng Việt
đau khổ

Example

  • Ο πόλεμος προκάλεσε ευρεία ταλαιπωρία στους αμάχους πληθυσμούς. [Ο πόνος / Η οδύνη / Το βάσανο] — Ο πόλεμος προκάλεσε ευρεία ταλαιπωρία στους αμάχους πληθυσμούς.
  • The war caused widespread suffering among the civilian population.
  • Το 'ταλαιπωρία' είναι πιο κοινωνικό, το 'πόνος' πιο προσωπικό.