ποσότητα /potiˈtita/ Noun

English
amount
Tiếng Việt
số lượng

Example

  • Με εντυπωσίασε η **ποσότητα** (ποσό / μέγεθος / όγκος) που μπορούσε να φάει.
  • I was amazed at the amount he could eat.
  • Εδώ το 'ποσότητα' είναι πιο φυσικό από το 'ποσό' για φαγητό.