πρακτικός /praktiˈkos/ AdjectiveEnglishpracticalTiếng Việtthiết thựcExampleΈχει αποκτήσει πολλή πρακτική εμπειρία στον τομέα.She has gained a lot of practical experience in the field.Εδώ τονίζουμε την εμπειρία που προέρχεται από την πράξη.