Προειδοποιώ /proi̯ðopoˈi̯o/ Verb

English
warn
Tiếng Việt
cảnh báo

Example

  • Προσπάθησα να τον **προειδοποιήσω** (αποτρέπω / νουθετώ / ελέγχω), μα δεν άκουγε.
  • I tried to warn him, but he wouldn't listen.
  • Το 'προειδοποιώ' είναι η πιο άμεση και συχνή επιλογή.