πρόκληση /proklísi/ Noun

English
challenge
Tiếng Việt
thử thách

Example

  • Η νέα πλατφόρμα λογισμικού αποτελεί μεγάλη πρόκληση για το τμήμα IT. (Η νέα πλατφόρμα λογισμικού αποτελεί μεγάλη **πρόκληση** / **δοκιμασία** / **αναμέτρηση** — της: The new software presents a major challenge for the IT department.)
  • The new software presents a major challenge for the IT department.
  • Εδώ η 'πρόκληση' είναι το τεχνικό εμπόδιο.