Σπάω / Ρωγμή /kræk/ Noun

English
crack
Tiếng Việt
vết rạn / rạn nứt

Example

  • Αυτή η κούπα έχει μια **ρωγμή** στο χείλος της.
  • This cup has a crack in it.
  • Η 'ρωγμή' είναι η πιο φυσική επιλογή για μικρά αντικείμενα.