Σεμινάριο /seminˈaɾio/ Noun
- English
- seminar
- Tiếng Việt
- hội thảo chuyên đề
Example
- Η διδασκαλία γίνεται με διαλέξεις και [σεμινάρια] — όχι μόνο με θεωρία.
- Teaching is by lectures and seminars.
- Το 'σεμινάριο' είναι ο βασικός όρος για την ακαδημαϊκή εμβάθυνση.