σφυρηλατώ /sfiriˈlato/ Verb
- English
- forge
- Tiếng Việt
- rèn đúc
Example
- Οι δύο χώρες [σφυρηλάτησαν] (σφυρηλατώ/σφυρηλάτησα/σφυρηλάτησαν) νέα εμπορική συμφωνία.
- The two countries forged a new trade agreement.
- Εδώ σημαίνει 'έθεσαν τα θεμέλια' με μεγάλη διαπραγματευτική προσπάθεια.