αμετακίνητα /amɛtakinita/ Επίρρημα

English
firmly
Tiếng Việt
kiên quyết / vững vàng

Example

  • Έσφιξε το χέρι του [ακράδαντα] (Σφίγγω / Έσφιξα) — με σιγουριά.
  • She gripped his hand firmly.
  • Εδώ τονίζεται η φυσική δύναμη και η πρόθεση.