στάτους /staˈtus/ Noun

English
status
Tiếng Việt
địa vị

Example

  • Του χορηγήθηκε το [στάτους] του πρόσφυγα.
  • They were granted refugee status.
  • Εδώ το 'στάτους' είναι δάνειο, αλλά απόλυτα αποδεκτό.