Στόλος /fliːt/ Noun
- English
- fleet
- Tiếng Việt
- hạm đội / đoàn xe
Example
- Ο ναύαρχος επιθεώρησε τον [στόλος] πριν το ταξίδι. (Επιθεώρησε τον στόλο)
- The admiral inspected the fleet before the voyage.
- Το «επιθεώρησε» δίνει έμφαση στην ολοκλήρωση της πράξης.