Συγχώνευση /siŋˈxo.fi.si/ Noun
- English
- merger
- Tiếng Việt
- sáp nhập
Example
- Αν η συγχώνευση προχωρήσει, χιλιάδες θέσεις εργασίας θα χαθούν. [Συγχώνευση / Ενοποίηση / Σύζευξη] — της
- If the merger goes through, thousands of jobs will be lost.
- Εδώ τονίζουμε την οικονομική και νομική συνέπεια.