παράξενος τύπος / σέρνομαι /kriːp/ Ρήμα

English
creep
Tiếng Việt
kẻ rình mò

Example

  • Σύρθηκα στις σκάλες, προσπαθώντας να μην ξυπνήσω τους γονείς μου. [σέρνομαι / γλιστρώ / προχωρώ αργά] — της: I crept up the stairs, trying not to wake my parents.
  • I crept up the stairs, trying not to wake my parents.
  • Εδώ τονίζεται η σωματική, αθόρυβη κίνηση.