θαύμα /θávma/ Noun
- English
- miracle
- Tiếng Việt
- kỳ tích / điều kỳ diệu
Example
- Το θαύμα της ανατολής του ήλιου δεν παύει ποτέ να με συγκινεί.
- The miracle of the sunrise never ceases to amaze me.
- Εδώ χρησιμοποιείται μεταφορικά για την ομορφιά της φύσης.