ΚΥΝΗΓΙ /ciˈniʝi/ Noun

English
hunting
Tiếng Việt
săn bắt

Example

  • Πηγαίνει για το κυνήγι (το κυνήγι / η θήρευση / η αναζήτηση θηράματος) κάθε Σαββατοκύριακο.
  • He goes hunting every weekend.
  • Το «κυνήγι» εδώ είναι η δραστηριότητα.