ξένος /ksenos/ AdjectiveEnglishforeignTiếng Việtnước ngoàiExampleΠοιες ξένες γλώσσες μιλάς; (ξένος / αλλοδαπός / εξωτικός — Ποιες ξένες γλώσσες μιλάς;)What foreign languages do you speak?Το 'ξένος' είναι το πιο ουδέτερο και συχνό.