μπροστά /broˈsta/ Adverb

English
ahead
Tiếng Việt
đi trước

Example

  • Θα τρέξω [μπροστά] να τους προειδοποιήσω.
  • I'll run ahead and warn them.
  • Εδώ το 'μπροστά' λειτουργεί ως επίρρημα θέσης.