Αναλογία /ana.loˈʝi.a/ Noun
- English
- analogy
- 中文
- 类比
Example
- Ο δάσκαλος έκανε μια **αναλογία** ανάμεσα στην ανθρώπινη καρδιά και μια αντλία. (Η **παρομοίωση** / Η **αντιστοιχία** / Η **σύγκριση**) — της: Ο δάσκαλος έκανε μια αναλογία ανάμεσα στην ανθρώπινη καρδιά και μια αντλία.
- The teacher drew an analogy between the human heart and a pump.
- Το 'αναλογία' εδώ είναι η πιο ουδέτερη και ακριβής επιλογή.