Ανοιχτά /a.noikˈta/ Επίρρημα
- English
- openly
- 中文
- 公开地
Example
- Μίλησε με **παρρησία** (με ειλικρίνεια / χωρίς φόβο / χωρίς δισταγμό) για το παρελθόν της.
- She spoke openly about her past.
- Η 'παρρησία' είναι η πιο λόγια και δυνατή έκφραση της ειλικρίνειας.