Σκέψη /ˈskep.si/ NounEnglishreflection中文反思ExampleΚοίταξε την [αντανάκλαση] (εικόνα / καθρέφτισμα / ομοίωμα) της στο τζάμι του μαγαζιού.She checked her reflection in the shop window.Εδώ χρησιμοποιείται η πιο φυσική λέξη για την οπτική εικόνα.