Διαδίδω / Απλώνω /ði̯aˈðiðo/ Verb
- English
- spread
- 中文
- 传播
Example
- Η είδηση «εξαπλώθηκε» σαν πυρκαγιά και προκάλεσε μεγάλο ενθουσιασμό.
- The news had spread and was causing great excitement.
- Το «εξαπλώθηκε» (perfective) δίνει έμφαση στην ταχύτητα της ολοκλήρωσης.