ΚΟΒΩ/ΚΟΨΩ ΚΟΒΩ/ΚΟΨΩ NounEnglishcutting中文切割ExampleΚράτησε ένα απόκομμα της κριτικής στο άλμπουμ της. (Συνώνυμο: τεκμήριο / τεμάχιο / κομμάτι)She kept a cutting of the review in her scrapbook.Το 'απόκομμα' είναι η λέξη-κλειδί για δημοσιεύματα.