Συγγνώμη /siŋˈɣno.mi/ Noun

English
apology
中文
道歉

Example

  • Η Ελένη έστειλε γραπτή [απολογία] για την απουσία της από τη σύσκεψη.
  • She sent a written apology for missing the meeting.
  • Η 'γραπτή απολογία' είναι τυπική σε επαγγελματικό περιβάλλον.