Απομονωμένος /a.po.mo.noˈme.nos/ AdjectiveEnglishisolated中文孤立ExampleΖουν σε ένα [απομονωμένο] αγρόκτημα.They live in an isolated farmhouse.Η λέξη «απομονωμένος» (απομονωμένος / αποκομμένος / ερημικός) δίνει μια αίσθηση γεωγραφικής απόστασης.