Αβεβαιότητα /av.beˈvɛ.o.ti.ti/ Noun

English
uncertainty
中文
不确定性

Example

  • Υπάρχει μεγάλη αβεβαιότητα (αοριστία / αστάθεια) για το μέλλον της εταιρείας.
  • There is considerable uncertainty about the company's future.
  • Το 'μεγάλη' (considerable) ταιριάζει άψογα με την αβεβαιότητα.