Χορηγός /xoɾiˈɣos/ Noun
- English
- patron
- 中文
- 赞助人
Example
- Ο Φρειδερίκος ο Μέγας ήταν ο **χορηγός** πολλών καλλιτεχνών. (Ο Φρειδερίκος ο Μέγας ήταν ο [χορηγός] πολλών καλλιτεχνών.)
- Frederick the Great was the patron of many artists.
- Εδώ τονίζουμε την οικονομική στήριξη της τέχνης.