κόρη /ˈkoɾi/ Noun
- English
- daughter
- 中文
- 女儿 (nǚ'ér)
Example
- Η κόρη μου (το καμάρι μου / το στήριγμά μου / η συνέχεια μου) μεγάλωσε γρήγορα.
- My daughter (my pride / my support / my continuation) grew up fast.
- Η λέξη 'καμάρι' προσθέτει συναισθηματικό βάρος, δείχνοντας περηφάνια.