Διαβούλευση / Συμβουλευτική /ðiavuˈlefti/ Noun

English
consultation
中文
咨询

Example

  • Η μελέτη απαιτεί εκτενή διαβούλευση με τους κατοίκους της περιοχής. (Η Ιστορία μας διδάσκει: η συναίνεση χτίζει γέφυρες, όχι τείχη.)
  • The project requires extensive consultation with local residents.
  • Εδώ τονίζεται η συλλογική και επίσημη φύση της πράξης.