Διάλογος /ðiˈa.lo.ɣos/ Noun
- English
- dialogue
- 中文
- 对话
Example
- Το θεατρικό έργο παρουσιάζει έναν έντονο διάλογο (αντιπαράθεση / σύγκρουση / μονομαχία) ανάμεσα στους δύο πρωταγωνιστές.
- The play features a tense dialogue between the two main characters.
- Στην αρχαία τραγωδία, ο διάλογος ήταν κεντρικός.