διαφήμιση /ðiafˈmiːsi/ Noun

English
advertising
中文
广告

Example

  • Η [διαφήμιση] τσιγάρων έχει απαγορευτεί σε πολλές χώρες.
  • Cigarette advertising has been banned in many countries.
  • Η λέξη είναι πάντα στον ενικό όταν αναφερόμαστε στο γενικό φαινόμενο.