Δύσκολος /ˈðuskos/ Adjective
- English
- difficult
- 中文
- 困难
Example
- Στην κριτική επιτροπή δόθηκε μια πολύ δύσκολη (επίπονη / απαιτητική / ζητούμενη) εργασία.
- The competition judges were given a very difficult task.
- Η 'εργασία' εδώ είναι η αποστολή ή το καθήκον.