ταλαιπωρία /talaipoˈria/ Noun
- English
- misery
- 中文
- 痛苦
Example
- Οι μακροί μήνες του χειμώνα ήταν μια περίοδος καθαρής [δυστυχίας] για τους απομονωμένους χωρικούς.
- The long winter months were a period of pure misery for the isolated villagers.
- Εδώ η 'δυστυχία' είναι η γενική κατάσταση επιβίωσης.