ΕΚΔΟΣΗ /ekˈdozi/ Noun
- English
- publishing
- 中文
- 出版
Example
- Έχει χτίσει μια επιτυχημένη καριέρα στις εκδόσεις (έκδοση / τυπογραφία / διάθεση) — του κλάδου.
- She has built a successful career in publishing.
- Εδώ το 'εκδόσεις' καλύπτει όλο το φάσμα της βιομηχανίας.