έλξη /ˈelksi/ Noun
- English
- attraction
- 中文
- 吸引力
Example
- Το Μπάκιγχαμ Παλάς είναι μια μεγάλη τουριστική [έλξη] (γοητεία / έλξη / μαγνήτισμα) για τους επισκέπτες.
- Buckingham Palace is a major tourist attraction.
- Εδώ χρησιμοποιούμε το «έλξη» ως το γενικότερο ενδιαφέρον.