ενοίκιο /e.niˈci.o/ Noun

English
rent
中文
房租

Example

  • Το [ενοίκιο] (ενοίκιο / μίσθωμα / ενοικίαση) είναι προκαταβλητέο τη Δευτέρα.
  • The rent is due on Monday.
  • Το 'ενοίκιο' είναι η πιο κοινή λέξη.