επάγγελμα /eˈpanʝelma/ Noun
- English
- profession
- 中文
- 职业
Example
- Το νομικό [επάγγελμα] έχει μεγάλη πίεση. (Το νομικό λειτούργημα / Η νομική τέχνη / Η νομική ενασχόληση — του νομικού κλάδου)
- The legal profession is highly competitive.
- Το 'επάγγελμα' είναι το πιο ουδέτερο και συχνό.