εσώρουχα /esoˈruxa/ NounEnglishunderwear中文内衣ExampleΔεν φοράω ποτέ [τα εσώρουχα / τα βρακιά / τα εσώρουχα] όταν κάνω γιόγκα.I never wear underwear.Το 'ποτέ' δίνει έμφαση στην απουσία, χρησιμοποιείται ο πληθυντικός.